επιγονάτιο

επιγονάτιο
επιγονάτιο το
палица – принадлежность архиерейского и священнического облачения. Это четырехугольный плат, за один угол привешиваемый при поясе к правому бедру архиерея. Как и священнический набедренник, палица знаменует духовный меч, то есть оружие слова Божия, которым архиерей должен быть вооружен против ересей и заблуждений. А также символизирует лентион (полотенце), которым отирал Христос ноги апостолам на Тайной Вечери
Этим.
< γόνατο «колено»

Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко). 2013.

Смотреть что такое "επιγονάτιο" в других словарях:

  • επιγονάτιο — Άμφιο των επισκόπων της Βυζαντινής και Αρμενικής Εκκλησίας και μετά τον 12o αι. των αξιωματούχων ιερέων. Αρχικά επρόκειτο για ένα τετράγωνο και αργότερα για ένα ρομβοειδές ύφασμα κοσμημένο με σταυρούς και διάφορες παραστάσεις, που δενόταν με ζώνη …   Dictionary of Greek

  • επιγονάτιο — το 1. καθετί που τοποθετείται πάνω στο γόνατο ανθρώπων και ζώων για προφύλαξή του. 2. (εκκλησ.), διακοσμητικό άμφιο σε σχήμα ρόμβου, που κρεμιέται από τη ζώνη των επισκόπων και των οφικιούχων ιερέων και που πέφτει στο δεξιό γόνατο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αρχιμανδρίτης — Ο προϊστάμενος της πνευματικής μάνδρας, δηλαδή ο ηγούμενος ενός μοναστηριού. Ο τίτλος αυτός δόθηκε για πρώτη φοράστους ηγούμενους των μοναστηριών της Μεσοποταμίας, που τα ονόμαζαν συνήθως μάνδρες. Από τα μοναστήρια αυτά, ο τίτλος μεταδόθηκε και… …   Dictionary of Greek

  • γονατόδεσμος — ο (Μ γονατόδεσμος) 1. επίδεσμος τού γόνατος 2. το επιγονάτιο …   Dictionary of Greek

  • κέντημα — Διακόσμηση υφάσματος που εκτελείται με βελόνα και νήμα μεταξωτό, μάλλινο κλπ. Οι συνηθέστερες βελονιές που χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία των κ. είναι η αρχαιότατη αλυσοβελονιά, η οποία μοιάζει με πλεξίδα, η σταυροβελονιά, η πισωβελονιά, που… …   Dictionary of Greek

  • υπογονάτιο — το / ὑπογονάτιον, ΝΜ 1. το μαξιλάρι ή το χαλάκι που τοποθετείται για να γονατίζει κάποιος όταν προσεύχεται 2. εκκλ. ένα από τα άμφια, το επιγονάτιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + γονάτιον (< γόνυ, ατος)] …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο Εκκλησιαστικής Τέχνης Σπάρτης — Το μουσείο της Ιεράς Μητρόπολης Μονεμβασίας και Σπάρτης ιδρύθηκε το 1992, με πρωτοβουλία του Μητροπολίτη Ευστάθιου Σπηλιώτη, και στεγάζεται στο δεύτερο όροφο του μητροπολιτικού μεγάρου (Λυσσάνδρου 5). Η πλούσια συλλογή του, που μαρτυρεί το υψηλό… …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο, Εκκλησιαστικό Εκατονταπυλιανής Πάρου — Η εκκλησία της Εκατονταπυλιανής (ονομασία που πήρε από τις εκατό πύλες που, σύμφωνα με την παράδοση, είχε) ή Καταπολιανής (που σημαίνει κατά την πόλη, δηλαδή προς το μέρος της αρχαίας πόλης) θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της… …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο, Εκκλησιαστικό Ιεράς Μονής Παναγίας Προυσιώτισσας — Στη Μονή Προυσού, που βρίσκεται 41 χλμ. νοτιοδυτικά του Καρπενησίου, διασώθηκε και εκτίθεται στο σκευοφυλάκιό της μία πλούσια συλλογή εκκλησιαστικών κειμηλίων, μέσα από τα οποία μπορεί κανείς να παρακολουθήσει τη μακραίωνη ιστορία της. Σύμφωνα με …   Dictionary of Greek

  • Πάτμος — Νησί του δωδεκανησιακού συμπλέγματος, στο οποίο αναπτύχθηκε ένα από τα σπουδαιότερα μοναστικά κέντρα της Ανατολής και όπου εξορίστηκε ο Ιωάννης ο Θεολόγος, ο οποίος, σύμφωνα με την παράδοση, εκεί έγραψε την Αποκάλυψη και το Ευαγγέλιό του.… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»